Μια μεγάλη απεργία και μια ακόμα μεγαλύτερη συζήτηση…

Μάλλον δεν περίμενε κανείς στις αρχές του Σεπτέμβρη, όταν οι εργαζόμενοι στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση πήραν την πρώτη τους απόφαση για απεργία, σαν άμεση απάντηση στη διαθεσιμότητα 1.500 περίπου από αυτούς, ότι ο αγώνας αυτός θα διαρκούσε τρεις μήνες. Τρεις μήνες οξύνσεων και υφέσεων, με την ενεργή συμμετοχή και συμπόρευση των φοιτητικών συλλόγων (περισσότερο στο ΕΜΠ, λιγότερο στα άλλα ιδρύματα), που έληξαν κάπως άδοξα και απότομα και έχουν αφήσει πολλά ερωτήματα σε όλους μας. Και τώρα καλούμαστε να επιστρέψουμε και πάλι σε μια ακαδημαϊκή κανονικότητα, για την οποία μάλιστα τόσος λόγος γινόταν από κάποιους όλο αυτό το διάστημα. Κατά πόσο όμως αυτή η «κανονικότητα» θα είναι όπως τη γνωρίζαμε ως τώρα; Είναι τελικά εφικτή αυτή η επιστροφή, αλλά και με ποιά δεδομένα, με ποιές παραδοχές και μέσα από ποιές σκοπέλους γίνεται; Ανοιχτά ερωτήματα στα οποία θα επιχειρήσουμε να δώσουμε κάποιες απαντήσεις.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά…

Τρεις μήνες πριν λοιπόν είδαμε έναν κλάδο εργαζομένων, χωρίς ιδιαίτερες συλλογικές και κινηματικές αναπαραστάσεις, να βγαίνει μαχητικά σε απεργίες. Με άμεσα αντανακλαστικά και με έντονο το στοιχείο του αυθορμητισμού, αποδεσμευμένο σε μεγάλο βαθμό από τις συνδικαλιστικές ηγεσίες, κατάφερε με ομόφωνες αποφάσεις και με αίτημα την κατάργηση της Κοινής Υπουργικής Απόφασης (που ήθελε περίπου τους μισούς διοικητικούς υπαλλήλους σε διαθεσιμότητα) να έρθει σε άμεση σύγκρουση με τα αστικά επιτελεία και να αποτελέσει «φάρο» του κινήματος στο τώρα, ελπίδα για τους εργαζόμενους και τη νεολαία που δέχονται μια συνεχή και ολομέτωπη επίθεση. Μια επίθεση που τα τελευταία χρόνια γίνεται όλο και πιο έντονη, ενάντια στο δικαίωμα στην εργασία, ευρύτερα στα δημόσια αγαθά, και πόσω μάλλον στην Εκπαίδευση και το Δημόσιο και Δωρεάν πανεπιστήμιο.

Σ’ αυτό ακριβώς το πλαίσιο, είδαμε από την πρώτη κιόλας στιγμή ολόκληρη την πανεπιστημιακή κοινότητα να θορυβείται από την απόφαση του υπουργείου, όχι μόνο για τους 400 ανθρώπους (για το ΕΜΠ) που επρόκειτο να χάσουν τις δουλειές τους, αλλά για την ενδεχόμενη εξαφάνιση ενός οργανικού κομματιού της λειτουργίας του πανεπιστημίου. Υπό αυτό το πρίσμα δόθηκε και από πλευράς των φοιτητικών συλλόγων ένας αγώνας από κοινού με τους εργαζομένους, και όχι με όρους αλληλεγγύης. Οι φοιτητές μπήκαν ξανά στα αμφιθέατρα έπειτα από ένα διάστημα νηνεμίας του φοιτητικού κινήματος (μετά από ν.Διαμαντοπούλου, σχέδιο «Αθηνά») και με τις συλλογικές τους αποφάσεις για καταλήψεις όχι απλώς δικαίωσαν τα αιτήματα και τον αγώνα των εργαζομένων, αλλά τον έκαναν δικό τους αγώνα και ανέδειξαν τα πραγματικά του επίδικα. Αυτά δεν ήταν οι χαμένες εξεταστικές και ο νεκρός ακαδημαϊκός χρόνος, αλλά το καθεστώς λειτουργίας των σχολών την επαύριο των απολύσεων/διαθεσιμοτήτων και οι αλλαγές που θα έρχονταν μετά σαν «ώριμο φρούτο» της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης. Αυτά ακριβώς ήταν που έφεραν τις συνελεύσεις των φοιτητών και των εργαζομένων σε πλήρη ανάδραση, καθώς και τους ίδιους τους φοιτητές σε συντονισμό με τους εργαζομένους μέσα στις σχολές (απεργιακά συντονιστικά), που πυροδότησαν το σύνθημα για κατάργηση της ΚΥΑ και που εν τέλει συγκρότησαν ένα ενιαίο και ισχυρό μέτωπο απέναντι στην κυβέρνηση και το Υπουργείο.

Με πολλούς τρόπους στη διάρκεια αυτών των τριών μηνών επιχειρήθηκε από πλευράς του Υπουργείου η διάσπαση του απεργιακού αγώνα. Ακούσαμε απειλές για άμεση και βίαιη καταστολή της απεργίας, με επίταξη των εργαζομένων ή ακόμα εισβολή των ΜΑΤ μέσα στις σχολές. Επειδή αυτές οι απειλές έδειξαν να μην καρποφορούν, επόμενος στόχος της κυβέρνησης έγινε η διάσπαση του εσωτερικού μετώπου, με τη λογική της μετάθεσης του προβλήματος απ’το συλλογικό στο ατομικό επίπεδο (βλ. πλατφόρμες – ατομική αξιολόγηση εργαζομένων). Με τη βοήθεια των ΜΜΕ, προβλήθηκε ως κυρίαρχη τάση μέσα στα πανεπιστήμια αυτή της «αγανάκτησης» του φοιτητή (ή και του καθηγητή) που θέλει να αρχίσει τα μαθήματά του (ή τα ερευνητικά του), αν και δεν είχε καμία έκφραση και αναφορά σε συλλογικά όργανα και αποφάσεις, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο διάστημα που διένυσε η απεργία.

Ωστόσο, το κλίμα του ανυποχώρητου αγώνα και οι συλλογικές απαντήσεις που δόθηκαν στις εκάστοτε επιθέσεις, συνετέλεσαν ώστε το τελικό χαρτί του υπουργού να είναι η ένδειξη «καλής θέλησης» για διάλογο, διαπραγμάτευση και «αμοιβαίες υποχωρήσεις». Υποχωρήσεις που κάθε άλλο παρά αμοιβαίες ήταν, αφού από πλευράς εργαζομένων η διαπραγμάτευση προϋπέθετε τη λήξη της απεργίας και το «άνοιγμα» των Πανεπιστημίων (όπως και έγινε), ενώ από πλευράς Υπουργείου όχι απλώς δεν πάρθηκαν πίσω οι διαθεσιμότητες εξ’ ολοκλήρου, αλλά βρέθηκε η «καταλληλότερη» στιγμή να έρθει στο προσκήνιο η σύσταση του νέου οργανισμού (και αργότερα των πρότυπων εσωτερικών κανονισμών) που θα επικύρωνε την ανακατανομή (ποιών και πόσων;) εργαζομένων στο ίδρυμα. Αυτή η διαπραγμάτευση και η συνθηκολόγηση με το Υπουργείο, με τις αυταπάτες που καλλιεργούσε, υποστηρίχθηκε έντονα από συγκεκριμένες τάσεις και συνδικαλιστικές ηγεσίες μέσα στη συνέλευση των εργαζομένων. Είτε αυτές προέβαλλαν την υποχώρηση του υπουργείου ως νίκη του αγώνα (ανεξάρτητα από τους όρους της διαπραγμάτευσης με αυτό), είτε διαμόρφωναν ένα κλίμα υποχώρησης του αγώνα ήδη από ένα προηγούμενο διάστημα, τελικά κατάφεραν να μεθοδεύσουν την απόφαση για λήξη της απεργίας ως έσχατη λύση μπροστά σε μια συνολική ήττα. Είναι εκείνες οι λογικές της ηττοπάθειας και της αποφυγής των πραγματικών ρήξεων, που σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές, δυστυχώς, αναδεικνύονται στους χειρότερους εκφραστές της υποταγής και της ήττας.

Ένα τέτοιο δεδομένο, όπως είναι η αναστολή της απεργίας, στα πλαίσια ενός κοινού αγώνα, πέρα από το αρχικό σάστισμα που δημιουργεί στον κόσμο που κινητοποιείται (προφανώς και σε μας, ως κομμάτι αυτού), δημιουργεί πολλά ερωτήματα σε σχέση με το πώς κινούμαστε την επόμενη μέρα. Και αυτό όχι γιατί ενστερνιζόμαστε και μεις την ηττοπάθεια αυτών που εμπνεύστηκαν αυτή τη «μεγάλη έξοδο» και τη λογική του «πάμε να το μαζέψουμε», αλλά γιατί στη διαδικασία χάραξης μιας στρατηγικής και μιας τακτικής, που επιδιώκουμε να είναι συνεπής με τον αρχικό στόχο και εν τέλει νικηφόρα, απαραίτητο στοιχείο είναι η (επαν)εκτίμηση των αντικειμενικών συνθηκών και ο καθορισμός των αναγκαίων στοιχείων-κόμβων που καλούμαστε και να υλοποιήσουμε. Στην αποτίμηση της δράσης μας ως φοιτητικός σύλλογος, που κινητοποιήθηκε σε συντονισμό με άλλους φοιτητικούς συλλόγους και το σύλλογο των εργαζομένων 3 μήνες τώρα, θα αναγνώσουμε το ίδιο πολύ βασικό στοιχείο. Αυτό των επαναλαμβανόμενων και μαζικών γενικών συνελεύσεων, που κάθε φορά στόχο είχαν να εντοπίζουν τα επίδικα του αγώνα από εβδομάδα σε εβδομάδα, να εκτιμούν τις προοπτικές συνέχισης της κατάληψης ή όχι, να μαζικοποιούν τις δράσεις και να ενισχύουν την εξωστρέφεια αυτής, ανάλογα πάντα και με τις νέες συνθήκες που διαμορφώνονταν και καθορίζονταν σε μεγάλο βαθμό από τις εξελίξεις στην συνέλευση των διοικητικών. Το ερώτημα λοιπόν που μπήκε όταν αποφασίστηκε (κακώς προφανώς για μας) η λήξη της απεργίας, ήταν πράγματι αν συνεχίζουμε και εμείς τις δικές μας κινητοποιήσεις μόνοι μας, όχι γιατί νιώσαμε να απειλούμαστε από ένα χαμένο εξάμηνο, αλλά γιατί άλλαζαν άρδην τα δεδομένα από πλευράς του πρωταγωνιστή αυτών των κινητοποιήσεων, που πλέον έχει δείξει τα όριά του, τόσο σε επίπεδο ειλημμένων αποφάσεων, όσο και στη δυνατότητα ανάκλησής τους. Μια πιθανή καταφατική τοποθέτηση σ’ αυτό το ζήτημα, που εν πολλοίς μπορεί να εκφράστηκε και στο δικό μας σύλλογο, πόσω μάλλον αν αυτή κατατίθεται και στον σύλλογο σαν πρόταση, θα πρέπει να περιγράφει τον τρόπο και τα βήματα με τα οποία αυτή η συνέχεια μπορεί πραγματοποιηθεί, το ποιους επιπλέον στόχους θέτει και με ποιες συμμαχίες καλείται να τους υλοποιήσει. Με αυτά τα ζητήματα θα πρέπει να καταπιάνεται ο καθένας που καταθέτει ή στηρίζει μια πρόταση σε μια συνέλευση, ώστε να φαίνεται το αν μια πρόταση έχει προοπτική και μπορεί να είναι αποτελεσματική για το σύλλογο και τις διεκδικήσεις του, και όχι αντιμετωπίζοντας την κατάληψη συναισθηματικά ή σαν αξιακό ζήτημα (που πρέπει να συνεχίζεται γενικά πάντα και παντού και όχι κάτω από συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις).

Μετά τη λήξη της απεργίας τελικά γυρίζουμε σε μια «κανονικότητα» όπως τη γνωρίζαμε;

Εδώ πρέπει πρώτα να δούμε πως την ορίζουμε… Κανονικότητα μάλλον δεν είναι απλώς η διεξαγωγή της εκπαιδευτικής διαδικασίας κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες και με οποιοδήποτε κόστος, μάλλον δεν είναι το νέο πανεπιστήμιο που μας ετοιμάζει η εφαρμογή των Εσωτερικών Κανονισμών. Επομένως δε μιλάμε για μια ομαλή επιστροφή, αλλά περισσότερο για μια καθημερινότητα όπως αυτή περιγραφόταν από διάφορους που «κινδυνολογούσαν», όπου οι ελλείψεις και η δυσλειτουργία των σχολών ήδη είναι εμφανείς, με τους εργαζόμενους ακόμα διαθέσιμους και τις θέσεις τους κενές. Οι υποσχέσεις ενός υπουργού δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να μας εφησυχάζουν, αλλά αντίθετα δηλώνουν πως τίποτα ακόμη δεν έχει κριθεί.

Εμείς οι ίδιοι λοιπόν επιστρέφουμε, είτε το θέλουμε είτε όχι, σε μια νέα κατάσταση μέσα στις σχολές μας. Σε μια κατάσταση που το μεγάλο στοίχημα θα είναι όχι απλώς να μην την αποδεχτούμε, αλλά κυρίαρχα να μην την νομιμοποιήσουμε. Να μην υποκύψουμε σε καμία υποτιθέμενη κανονικότητα, επιτρέποντας σε καλοθελητές να αναλάβουν αυτό το έργο ή πόσω μάλλον καλύπτοντας εμείς οι ίδιοι και όπως-όπως τα κενά που έχουν δημιουργηθεί με τη διαθεσιμότητα των εργαζομένων. Αν μη τι άλλο, ο κοινός αγώνας τόσων μηνών δημιούργησε παρακαταθήκες για το πώς αντιπαλεύουμε από κοινού κάθε πτυχή των μνημονιακών πολιτικών στο τώρα, για το πώς πρέπει να παλεύουμε συλλογικά και ανυποχώρητα. Ειδικά στα νέα δεδομένα που προκύπτουν από την επικείμενη σύσταση των νέων οργανισμών και των πρότυπων εσωτερικών κανονισμών, και μάλιστα στο άμεσο μέλλον, θα πρέπει να είναι ατομικό και συλλογικό καθήκον για τον καθένα μας το να καταφέρουμε να απαντήσουμε μαζικά και μαχητικά απέναντι σ’ αυτά αλλά και σε όποια πτυχή της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης επιχειρηθεί να υλοποιηθεί.

Advertisements
This entry was posted in φοιτητικό κίνημα, γενικά κινηματικά and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s