Κείμενο για την εξωτερική αξιολόγηση…

evaluation

 Πολλά μπορεί να μην έχουν ακουστεί, η εβδομάδα που διανύουμε όμως δεν είναι μια εβδομάδα as usual στη σχολή. Την Τετάρτη 26/2 ξεκινά η διαδικασία εξωτερικής αξιολόγησης της σχολής και μάλιστα με την επίσκεψη στην Αρχιτεκτονική (μέχρι την Πέμπτη) της «ομάδας των ειδικών» που θα αναλάβει αυτό το δύσκολο έργο! Βάλτε λοιπόν τα καλά σας λόγω της περίστασης και ας δούμε λίγο πιο αναλυτικά περί τίνος πρόκειται…

Με μια μικρή αναδρομή στην ιστορία του ελληνικού πανεπιστημίου βλέπουμε πως η αξιολόγηση δεν είναι κάτι που έρχεται τώρα για πρώτη φορά. Το πρώτο βήμα έγινε με την υπογραφή της συνθήκης της Μπολόνια το 1999, όπου και συγκροτήθηκε και ο λεγόμενος Κοινός Ευρωπαϊκός Χώρος Ανώτατης Εκπαίδευσης (Κ.Ε.Χ.Α.Ε.), με στόχο να διασφαλιστεί αφενός μεν η διεθνής ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής ανώτατης εκπαίδευσης, αφετέρου δε η αποτελεσματική σύνδεση της ανώτατης εκπαίδευσης με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας στην Ευρώπη. Για να γίνει αυτό, θα έπρεπε να υπάρχει ένα σύστημα ‘’βαθμολόγησης’’ και κατάταξης των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων (ranking). Το 2005 ξεκίνησε για τα εγχώρια πανεπιστήμια, με την ψήφιση μιας σειράς νομοσχεδίων, και έκτοτε είναι στοίχημα κάθε ανερχόμενου υπουργού να υλοποιηθεί. Νομοσχέδια επί νομοσχεδίων με σκοπό την εκπαιδευτική αναδιάρθρωση, που χτυπούσαν βέβαια πάνω στους αγώνες των φοιτητών, και που η ουσία τους συμπυκνώνεται στη δημιουργία ενός ανταγωνιστικού εκπαιδευτικού συστήματος που θα είναι σε θέση να παράγει αποφοίτους-εργαζόμενους στα μέτρα που η αγορά απαιτεί.

Η αξιολόγηση κάθε σχολής, με βάση τον τελευταίο νόμο Αρβανιτόπουλου, έρχεται σε δύο φάσεις: εσωτερική και εξωτερική.

Η πρώτη φάση γίνεται από το ίδιο το ίδρυμα (αυτοαξιολόγηση) με εκθέσεις που ετοιμάζουν καθηγητές (σχετικά με το πρόγραμμα σπουδών, τις παροχές και την έρευνα) και με ερωτηματολόγια προς τους φοιτητές (τα είδαμε πέρυσι να κυκλοφορούν σε μαθήματα), οι οποίοι καλούνται εθελοντικά και ανώνυμα, μέσα από μια εντελώς εξατομικευμένη διαδικασία, να απαντήσουν σε ερωτήσεις άλλων, άσχετα από τα δικά τους κριτήρια.

Η δεύτερη φάση, περί της οποίας ο λόγος, είναι ακόμα πιο αποστειρωμένη καθώς αφήνεται στα έμπειρα χέρια εξωτερικών παρατηρητών. Πρόκειται επί της ουσίας για μια 5μελή επιτροπή «εμπειρογνωμόνων», επιλεγμένη από την Α.ΔΙ.Π. (Αρχή Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση), όργανο θεσμοθετημένο από το Υπουργείο Παιδείας, που έρχεται να παίξει το ρόλο του «συντονιστή» για την αξιολόγηση των Ιδρυμάτων. Η επιτροπή αυτή συγκεντρώνει και επεξεργάζεται το υλικό της προηγούμενης διαδικασίας και προχωρά σε μια επιτόπου επίβλεψη (π.χ. παρακολούθηση μαθημάτων, έκθεση διπλωματικών ή ακόμα και συνομιλία με καθηγητές και φοιτητές της κρίσης της). Μόλις τελειώσει αυτή η δημοσκόπηση συντάσσει μια έκθεση που αποφαίνεται για την «υγεία του ασθενούς»…

Με μια πρώτη ματιά, μια τέτοια διαδικασία αξιολόγησης θα φάνταζε σε κάποιους εποικοδομητική για την ποιότητα των σπουδών και το Πανεπιστήμιο, αφού μέσα από ένα πλαίσιο «διαφάνειας» θα αφουγκραζόταν τις σκέψεις και προβληματισμούς της ακαδημαϊκής κοινότητας και θα εξέταζε τα προβλήματα της κάθε σχολής ξεχωριστά. Είναι όμως πραγματικά έτσι; Ποιο είναι (και βασικά ποιος ορίζει) αυτό το πλαίσιο «διαφάνειας», ποια προβλήματα (και προς συμφέρον ποιου) επιλύει και με ποια κριτήρια;

Τις απαντήσεις δίνουν, πέραν της δικής μας ‘’καχυποψίας’’, οι ολοκληρωμένες ήδη σε άλλα ιδρύματα αξιολογήσεις. Αυτό που διερευνήθηκε (και αναμένεται να διερευνηθεί και σε μας) με κριτήριο σύγκρισης βεβαίως τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια ήταν:

η αρτιότητα του παραγόμενου εκπαιδευτικού και ερευνητικού έργου [ή αλλιώς η σύνδεση της εκπαιδευτικής/ερευνητικής διαδικασίας, των αποφοίτων και του προγράμματος σπουδών με τις ανάγκες της αγοράς και «προς όφελος του εθνικού συμφέροντος» και της «ανάπτυξης»…]

η αρτιότητα του εκπαιδευτικού προσωπικού [δημοσιεύσεις, συνάφεια γνωστικών αντικειμένων κλπ, παραβλέποντας τους ‘’407’’, τους άμισθους λέκτορες/ διδάκτορες/ μεταπτυχιακούς, την τεράστια μείωση του αριθμού των μελών ΔΕΠ ανά ίδρυμα, την επερχόμενη διαθεσιμότητα και σε αυτούς…]

η αρτιότητα του διοικητικού έργου [το «κερασάκι στην τούρτα», αν σκεφτεί κανείς την -μόλις προ τριμήνου- ψηφισθείσα ΚΥΑ για απόλυση/διαθεσιμότητα σχεδόν των μισών διοικητικών υπαλλήλων και τις τεράστιες ελλείψεις που αυτή έχει δημιουργήσει…].

Βλέπουμε λοιπόν, πως καμία σημασία δε δίνεται σε θέματα όπως σίτιση-στέγαση-φοιτητικές παροχές, το υψηλό κόστος σπουδών, ελλείψεις διοικητικού και διδακτικού προσωπικού, ελλιπείς κτιριακές εγκαταστάσεις, ελλείψεις σε υλικο-τεχνικές υποδομές κλπ. Ζητήματα δηλαδή που αφορούν όντως τους φοιτητές και τις ασφυκτικές ανάγκες της ακαδημαϊκής κοινότητας. Και πώς άλλωστε να γίνει αυτό; Αφού οι ίδιοι που ορίζουν τους ‘’κανόνες’’ της αξιολόγησης είναι οι υπεύθυνοι για αυτή την κατάσταση, σε διαδικασίες μάλιστα εντελώς αποστειρωμένες και προκαθορισμένες, όπου καμιά σημασία δεν έχουν συλλογικές αποφάσεις και διεκδικήσεις. Τα κριτήρια δε αυτής σαφή: η εναρμόνιση του πανεπιστημίου στα ευρωπαϊκά πρότυπα και τις ανάγκες της αγοράς και τελικά η παραγωγή αποφοίτων/αυριανών εργαζόμενων πειθήνιων, ευέλικτων, ελαστικών και επανακαταρτίσιμων ανάλογα με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας.

Καλή/κακή αξιολόγηση… ποια τα αποτελέσματα;

Μέσω της αξιολόγησης, εισάγεται η λογική του «καλού» και του «κακού» (όπου «καλός» σημαίνει και αποδοτικός, ανταγωνιστικός αλλά και υπάκουος), με τον μεν να ανταμείβεται και τον δε να τιμωρείται. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η αξιολόγηση πλέον είναι πλήρως εναρμονισμένη με τη χρηματοδότηση, τα αποτελέσματα δεν θέλει πολύ προσπάθεια για να τα φανταστούμε… Όσο χειρότερη αξιολόγηση έχει μια σχολή ή ένα ίδρυμα τόσο μικρότερο μερίδιο της κρατικής επιχορήγησης παίρνει. Απομακρύνεται έτσι η ευθύνη χρηματοδότησης των ιδρυμάτων από το κράτος και μεταβιβάζεται στα ίδια, ενισχύοντας τη λογική της αυτοχρηματοδότησης, αναγκάζοντας το πανεπιστήμιο να βρει μόνο του τους πόρους που θα του εξασφαλίσουν την παραμονή του στον εκπαιδευτικό χάρτη. Πόροι οι οποίοι μπορεί να βρεθούν είτε με την ενοικίαση εξοπλισμού σε ιδιώτες, είτε με την ανάληψη ερευνητικού έργου για εταιρείες μέσω της ίδρυσης επώνυμων εδρών, είτε (όπως καθόλου τυχαία άλλωστε ορίζει και ο Εσωτερικός Κανονισμός) επιβαρύνοντας τους ίδιους τους φοιτητές με την επιβολή διδάκτρων και στις προπτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές (βλ. ήδη στο Πάντειο).

Τελειώνει όμως εκεί; Μάλλον όχι, μάλλον η αξιολόγηση-χρηματοδότηση γίνεται ο μοχλός πίεσης του υπουργείου για μια σειρά άλλων μεταρρυθμίσεων, καθώς σχολές που δεν θα μπορέσουν να ανταποκριθούν σε αυτό το καθεστώς θα αναγκαστούν να κλείσουν ή και να συγχωνευτούν (βλ. επερχόμενο «Αθηνά 2»), με όσα αυτό συνεπάγεται. Συρρίκνωση του «πλεονάζοντος» διδακτικού και διοικητικού προσωπικού, αλλαγή των προγραμμάτων σπουδών (προσαρμοσμένα και αυτά στις νέες ανάγκες), διαγραφή των αιωνίων (του «μεγάλου βραχνά» του ελληνικού πανεπιστημίου!) και τελικά διάσπαση των ενιαίων πτυχίων σε πιο ευέλικτους τίτλους σπουδών (bachelormaster) που θα ακολουθούν τις απαιτήσεις και τις ανάγκες επανακατάρτισης (ούτε λόγος για συλλογικές συμβάσεις εργασίας…). Άμεσο απότοκο προφανώς αυτών είναι ακόμα πιο εντατικοί ρυθμοί σπουδών και πειθάρχηση των φοιτητών (και αυριανών εργαζόμενων) στα νέα πλαίσια λειτουργίας. Ψήγματα αυτού βλέπουμε ήδη από τώρα, όπως το «νέο φρούτο» στη σχολή μας, ο «εξωτερικός συνεργάτης-αξιολογητής» στις διπλωματικές εργασίες (και όχι μόνο), ο οποίος έρχεται να μας ενημερώσει αν η δουλειά μας ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της αγοράς (σε περίπτωση που δεν τις γνωρίζαμε…).

Όλα αυτά όμως θα μπορούσαν να αποφευχθούν μέσω μιας καλής αξιολόγησης;Δεν τρέφουμε καμία αυταπάτη για κάτι τέτοιο, αφού οι στόχοι και οι κατευθυντήριες για την τριτοβάθμια εκπαίδευση έχουν ήδη μπει από καιρό. Το ζήτημα είναι να κατανοήσουμε πως έννοιες όπως η αξιολόγηση, η αξιοκρατία δεν ορίζονται απαραίτητα από κάποια υλική συνθήκη, αλλά επιβάλλονται από την κυρίαρχη ιδεολογία στο να θεωρούνται δεδομένες και αναγκαίες. Αποτελούν απλά άλλοθι και εφαλτήρια για την παγίωση της αστικής στρατηγικής, για περεταίρω μεταρρυθμίσεις και μέτρα κατά των εργαζομένων και της νεολαίας, για τη δημιουργία ακόμα πιο ανταγωνιστικών σχέσεων, αναπαράγοντας τον κοινωνικό κανιβαλισμό. Γι’ αυτό θα πρέπει όχι απλά να τις αμφισβητούμε, αλλά να τους θέτουμε αναχώματα και τελικά να ορίζουμε εμείς συλλογικά τη ζωή και το μέλλον μας. Όσον αφορά το πανεπιστήμιο, οι φοιτητές και οι εργαζόμενοι εντός αυτού είναι οι μόνοι που έχουν λόγο για αυτό, για τις σπουδές και τις ανθρώπινες συνθήκες εργασίας και μόνο μέσω συλλογικών αποφάσεων μπορούν να τις διεκδικήσουν.

Κανένας έλεγχος από «πεφωτισμένους» αξιολογητές, το λόγο για το πανεπιστήμιο τον έχουμε εμείς !

αριστερή κίνηση αρχιτεκτονικής – εαακ

 

Advertisements
This entry was posted in φοιτητικό κίνημα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s